Μέσα στον κυκεώνα πληροφοριών που βομβαρδιζόμαστε, η γνώση, απλά πήγε “περίπατο”. Μαζί με την γνώση όμως, ξεχάσαμε και την έρευνα, καθώς για να αποκτήσει κανείς γνώση, θα πρέπει να ιδρώσει ο ποπός του, να ψάξει, να αναρωτηθεί, να θέσει ερωτήματα, να κάνει κρίση κα. Όλα αυτά όμως σήμερα, στην συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου, δεν υπάρχουν καν. Οι άνθρωποι πλέον, αρκούνται στο να ανοίξουν ένα “χαζοκούτι” (είτε τηλεόραση, είτε υπολογιστής, είτε ραδιόφωνο) και να αποδεχτούν ότι δουν/ακούσουν. Καμία κριτική, καμία διερεύνηση. Και όμως, με λίγη έρευνα, πολλά από τα καθημερινά “παραμύθια” που τρώμε, θα τα απορρίπταμε άμεσα.

Τι είναι όμως, αυτό που κάνει κάποιον να ερευνήσει ή όχι; Για μένα είναι η απλή περιέργεια ή ένα αίσθημα ότι κάτι δεν “στέκει” ως έχει και χρειάζεται περαιτέρω αναζήτηση. Αν σαν σύνολο, η ανθρωπότητα, αποδεχόταν τα πράγματα ως έχουν, τότε ακόμα, θα χορεύαμε τον χορό της βροχής για να βρέξει. Αν κάποιοι άνθρωποι δεν είχαν την περιέργεια να ερευνήσουν και να αναζητήσουν εξηγήσεις, για το οτιδήποτε, απλά δεν θα υπήρχε εξέλιξη. Συνεπώς, ερευνώ, σημαίνει εξελίσσομαι. Αυτή την “περιέργεια” (να την πω απλά), όμως που μπορεί να έχει κάποιος, κάποιοι δεν την θέλουν. Υπάρχουν τόσοι ανασταλτικοί παράγοντες, που δεν επιτρέπουν σε κάποιον να ερευνήσει και μόνο ένας για να προχωρήσει… το πείσμα του. Χάρη σε αυτό το πείσμα, οφείλουμε μερικές από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις και γενικά την πρόοδο της ανθρωπότητας σε όλους τους τομείς και όχι μόνο επιστημονικά, αλλά και φιλοσοφικά.

Αυτή τη στιγμή, οι μεγαλύτεροι ανασταλτικοί παράγοντες, για έναν μέσο άνθρωπο, να ερευνήσει, είναι ο “σύγχρονος” τρόπος ζωής, ο βομβαρδισμός πληροφοριών από ΜΜΕ/Internet, η ίδια μας η εκπαίδευση και φυσικά ο στιγματισμός. Το χειρότερο για έναν “ερευνητή”, είναι να μην θέλει ο ίδιος να ερευνήσει ή να φοβάται τον στιγματισμό, καθώς η έρευνα του μπορεί να προκαλέσει χλευασμό, το λιγότερο. Κάποτε, όταν ο Κοπέρνικος, έγραψε το βιβλίο του “Η περιστροφή των ουράνιων σωμάτων”, έγινε αποδέκτης μεγάλου χλευασμού και πέθανε βυθισμένος στην περιφροσύνη. Σήμερα, αν/όταν κάποιοι ισχυριστούν πως η Γη είναι επίπεδη/ακίνητη, γίνονται αποδέκτες, για άλλη μια φορά, χλευασμού. Όταν όμως οι Θαλής ο Μιλήσιος, ο Αναξίμανδρος, ο Πυθαγόρας, ο Παρμενίδης, ο Αριστοτέλης, ο Αρχιμήδης και άλλοι, τα έλεγαν, θεωρούνταν ως έρευνα και δεν υπήρχε αντίδραση, όπως την αποδέχτηκαν ο Κοπέρνικος, ο Γαλιλαίος και οι σύγχρονοι flat earthers. Με αυτό θέλω να πω, πως α) η χρονική στιγμή που κάποιος θα κάνει την έρευνα του και θα ανακοινώσει ή μη, τα αποτελέσματα, παίζει σημαντικό ρόλο, ακόμα και στην αποδοχή της έρευνας β) το κοινωνικό και επιστημονικό επίπεδο της εποχής, παίζει εξίσου μεγάλο ρόλο. Δεν είναι το ίδιο να μάχεσαι μόνος να ερευνήσεις κάτι και να γίνεσαι αντικείμενο χλευασμού και είτε να είσαι ελεύθερος να ερευνήσεις ότι και όπως θες, είτε να έχεις ακόμα και βοήθεια από άλλους ή έστω την κατανόηση τους. Η ανθρωπότητα έχει μείνει αρκετά πίσω, επειδή η κοινωνία και/ή η επιστημονική κοινότητα δεν είναι αρκετά ώριμοι να αποδεχτούν το αποτέλεσμα μιας έρευνας. Σε προσωπικό επίπεδο, οι συγγενείς και οι φίλοι είναι αυτοί που είτε θα μας αποδεχτούν, είτε θα μας “λιθοβολίσουν”. Και όμως αυτός είναι ο μεγαλύτερος ανασταλτικός παράγοντας για έρευνα. Το τι θα πουν οι άλλοι…

Αν ξεπεράσουμε τον φόβο, των “άλλων”, τότε ο επόμενος και δύσκολος ανασταλτικός παράγοντας για αληθινή έρευνα, είμαστε εμείς οι ίδιοι… ο εαυτός μας. Έχουμε δεχτεί τέτοια “πλύση” εγκεφάλου, που και εμείς οι ίδιοι, θεωρούμε ορισμένα πράγματα δεδομένα και δεν έχουμε το έρεισμα της αναζήτησης. Νομίζουμε πως ότι ακούμε είναι σωστό και δεν βάζουμε την κριτική μας σκέψη, τις γνώσεις μας, την αμφισβήτηση, ώστε να ελέγξουμε το οτιδήποτε. Ίσως και εμείς οι ίδιοι, να είμαστε μέσα στους “άλλους” που όταν ακούσουν κάτι το διαφορετικό, τρέχουν να το χλευάσουν. Είναι πολύ δύσκολο, για κάποιον που έχει ζήσει σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό, κοινωνικό, επιστημονικό περιβάλλον, να καταφέρει να αμφισβητήσει αυτά που ζει και βλέπει. Για παράδειγμα, έχουμε συνηθίσει να ζούμε σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα, με τα όποια του προβλήματα/πλεονεκτήματα, που αν κάποιος έστω πει, πως δεν είναι το ιδανικό πολιτικό σύστημα και πως θα έπρεπε να αναζητήσουμε κάποιο άλλο, θα τον κοιτάμε σαν “εξωγήινο” ή απλά θα τον πούμε “κομουνιστή”.

Έχουμε συνηθίσει, να βάζουμε τα πράγματα σε δύο πόλους και να δεχόμαστε την μία ή την άλλη πλευρά ως σωστή ή λάθος. Και όμως, ανάμεσα σε δύο απόψεις (συνήθως ακραίες), υπάρχουν τόσες άλλες, που όμως σπάνια, ως ποτέ δεν ακούγονται, πόσο μάλλον να υιοθετηθούν. Δυστυχώς, ακόμα χειρότερα, αυτό το “δυαδικό” σύστημα, αυτό το “δίπολο”, συμφέρει ορισμένους, ώστε να καταφέρνουν να επιβάλλονται στους υπόλοιπους. Τρανό παράδειγμα η θρησκεία, όπου στην μία πλευρά υπάρχει το Φως, στην άλλη το Σκότος και ο πιστός πρέπει να διαλέξει… τελείωσε… αυτό είναι, αυτές τις επιλογές έχεις… διάλεξε. Το πρόβλημα δεν είναι ο ιερέας, ο μύστης, αλλά ο ίδιος ο πιστός, ο μειούμενος, που δεν καταλαβαίνει ή έστω να αναρωτηθεί αν υπάρχουν άλλες επιλογές και ποιες είναι αυτές. Πόσο μπορεί να στέκει αυτό το διπολικό σύστημα και τι αποτέλεσμα μπορεί να έχει στον πιστό… συνήθως φόβο.

Η αναζήτηση και η έρευνα, έχουν ως αποτέλεσμα, να δημιουργούν ένα πιο ελεύθερο πνεύμα. Μέσα από την αναζήτηση, καλλιεργείς τον εαυτό σου και το κυριότερο αποκτάς ταπεινότητα και μετριοφροσύνη. Παύεις να είσαι ένας “τοίχος” που στέλνει πίσω ότι του πετάξεις, αλλά γίνεσαι ένα “καλάμι” που λυγίζει στον αέρα και πας με το ρεύμα του. Γίνεσαι πιο ελεύθερος, πιο δεκτικός και κυρίως σπας τα δεσμά του φόβου, που τόσοι γύρω μας, προσπαθούν και καταφέρνουν να  μας φορούν. Αν κάποιοι δεν είχαν την περιέργεια και το πείσμα για έρευνα και αναζήτηση, πιθανόν ακόμα και τώρα να θεωρούσαμε τους κεραυνούς την οργή του Θεού ή να φοβόμασταν μήπως πέσουμε από την άκρη της Γης. Το θέμα είναι τεράστιο και ίσα που έξυσα την επιφάνεια του. Σημασία έχει να καταλάβουμε πως, πολλά πράγματα, ίσως δεν είναι όπως μας τα παρουσιάζουν, όλα γύρω μας αλλάζουν, ένα όμως πρέπει να παραμένει σταθερό και αυτό είναι η θέληση για αναζήτηση και έρευνα.

I think, therefore I am…

This phrase is an English translation of the Latin phrase “Cogito ergo sum.” It was first used by philosopher Rene Descartes. Descartes struggled with a problem that is now called “the problem of knowing,” and sometimes referred to as the “brain in a vat” dilemma. The idea is that the brain is easy to fool. The only way a person knows what he experiences of reality is the truth is by trusting in the sensory inputs of his own brain.

Descartes wondered how people knew their perceptions of reality were not the illusions of a demon. In fact, he went on to ponder how people know whether they exist at all. He mused that his own perception of himself might be an illusion. The answer Descartes came up with for this dilemma was, “I think, therefore I am,” which means that thinking is the one thing he knew could not be artificed. Even if thinking comes from a different place than what is expected, the thoughts still come from the individual and define the individual as real, regardless of any other factors.

 

Advertisements